Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

ο περαστικός που ρωτούσε αν μας αρέσει η ποίηση


Σ' εκείνη την πόλη περνούσαμε τις μέρες μας πίνοντας μπύρες στο bar της γωνίας, κάτω απ' το σπίτι μας. Όλες τις μέρες. Στις 16:30, με ακρίβεια καθημερινής απραξίας, περνούσε ο Μιγκέλ-Άνχελ. Ψηλός και αδύνατος με την καμπούρα του και τα ελάχιστά του δόντια στεκόταν πάντα λίγο πάνω από το τραπέζι μας και ρωτούσε: 
- ¿Os gusta la policia? 
Εμείς ανταλλάζαμε δυο βλέμματα γεμάτα περιφρόνηση κι έπειτα σε γλώσσα σπαστή αλλά γεμάτη ειρωνεία απαντούσαμε πως «όχι». Σε ποιόν αρέσει η αστυνομία άλλωστε; Ο Μιχαήλ Άγγελος, ελληνιστί, έσμιγε ανεπαίσθητα τα φρύδια (ίσως να τον ενοχλούσε και ο ήλιος), ζητούσε να στρίψει τσιγάρο κι ύστερα έφευγε με βήμα αργό, μεσημεριανό. Κλείσαμε εκεί, έτσι, έξι μήνες.

Δυό μέρες πριν τον τελευταίο καφέ σ' αυτό το μπαρ και σ' αυτή την πόλη ήρθε ξανά και στάθηκε από πάνω μας ο άστεγος, φανατικός καπνιστής και καθημερινός μας επισκέπτης. 
- Σας αρέσει η αστυνομία;
- Πάλι τα ίδια. Όχι. Γιατί να μας αρέσει; 
Άναψε το τσιγάρο του και στράφηκε στο διπλανό τραπέζι.
- ¿Os gusta la policia?, ψέλλισε. 
- We don't understand... Απάντησε το ζευγαράκι που μάλλον ερχόταν από το βορρά. 
- Poetry, τους απάντησε. You like poetry? επανέλαβε και ζήτησε ένα κομμάτι χαρτί. 
Κάθισε δίπλα κι άρχισε να γράφει. Λίγο μετά άφησε το χαρτί στο τραπέζι μας. Το ζευγαράκι δεν το ήθελε. Έγραφε:

Es tan dificil
saberme, descubrirme,
esta es mi primera obligación;
y ya no tengo fuerza
para vivir este cuerpo
que en tantos cuerpos
ha muerto;
solo locura fantástica
el nada de alguien
sin argumentos
el todo de nadie
que todos conocen
y la soledad
de un gigante soñador
que nunca aparece en sus sueños.

Είναι τόσο δύσκολο
να με γνωρίσω, να με ανακαλύψω,
αυτή είναι η πρώτη μου υποχρέωση∙
και πια δεν έχω δύναμη
να ζήσω αυτό το σώμα
που σε τόσα σώματα
έχει πεθάνει∙
μονάχα τρέλα εκπληκτική
το τίποτα κάποιου
χωρίς επιχειρήματα
το όλα του κανένα
που όλοι γνωρίζουν
και η μοναξιά
ενός γιγάντιου ονειρευτή
που ποτέ δεν εμφανίζεται στα όνειρά του.

- ¿Os gusta la poesia? ρώτησε και έφυγε.
Σας αρέσει η ποίηση;

Granada, 8-7-2014
Miguel Angel

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Mammon (take 5) ή Όταν εσύ μου θυμίζεις τη Θάλασσα.

-You should have seen her.. pale like a Durer etching, 
she had the look of some creature terrified of the universe 
and i could read my own terror in her eyes.

παράθυρο κύμα
για το υποβρύχιο πνεύμα μου

από
φυγή

αχόρταγο βύθισμα στο μπλε
ώσπου απειρο

πάντοτε
πάθος
η σιωπή

μέσα της
γίνομαι κτήμα του Μαμμωνά

-Every (hu)man on earth would like to be as terrified as you at this moment.

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Μην εμπιστεύεστε τον Borges!

Εγώ υποθέτω πως είναι έτσι. Εμείς (η αδιαίρετη θεότητα που δρα μέσα μας) ονειρευτήκαμε τον κόσμο. Τον έχουμε ονειρευτεί ανθεκτικό, μυστηριώδη, ορατό, πανταχού παρόντα στο χώρο και σταθερό στο χρόνο. Έχουμε επιτρέψει, όμως, στη δομή του ανεπαίσθητες, αιώνιες ρωγμές μη λογικής για να ξέρουμε ότι είναι ψεύτικος.

απόσπασμα από το "Avatares de la tortuga" του Jorge Luis Borges
 απόσπασμα από το "Nueva refutación del tiempo" του Jorge Luis Borges

And yet, and yet... άρνηση της γραμμικότητας του χρόνου, άρνηση του εγώ, άρνηση του σύμπαντος: είναι εμφανής απελπισία και κρυφή παρηγοριά. Το δικό μας πεπρωμένο (σε αντίθεση με την κόλαση του Swedenborg και την κόλαση της θιβετιανής μυθολογίας) δεν είναι τρομακτικό γιατί είναι εξωπραγματικό, είναι τρομακτικό γιατί είναι αμετάκλητο και από σίδερο. O χρόνος είναι η ουσία του να υπάρχεις. Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι που με σέρνει, αλλά εγώ είμαι το ποτάμι. Είναι ένας τίγρης που με σπαράζει, αλλά εγώ είμαι ο τίγρης. Είναι μια φωτιά που με καίει, αλλά εγώ είμαι η φωτιά. Ο κόσμος, δυστυχώς, είναι πραγματικός, εγώ, δυστυχώς, είμαι ο Μπόρχες.

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

H νύχτα και τα τεχνάσματά της.


φωτογραφία: Eugenio Recuenco

Αγαπώ τη νύχτα και τα τεχνάσματά της
απόν το φως της μέρας
φωτεινοί οι φάροι
μονόλογος των φαναριών
που ανοιγοκλείνουν τα τρία μάτια τους
και τρεμοπαίζουν στην απέραντη νύχτα
τη μαύρη όπως η θάλασσα
Αγαπώ τη νύχτα και τα τεχνάσματά της
τη μακιγιαρισμένη νύχτα
τη νύχτα τη μεθυσμένη από αγνώστους
αγκαλιασμένους στα τελευταία δέντρα
σαν σε χήρες
ακυρωμένες οι βεβαιότητες της μέρας
ανεσταλμένη η ρουτίνα της αγρύπνιας

την άγρια νύχτα
των μεθυσμένων που τσακώνονται για τον πάτο ενός μπουκαλιού
τη νύχτα των γυναικών αντρών
και των αντρών γυναικών
που χάνονται
σε μια ονειρώδη αρχέτυπη σύγχυση
σύγχυση ωαρίων και επιθυμιών
σπερματοζωαρίων και απίθανων ονείρων

την άγρια νύχτα και συναισθηματική
των δυνατών συγκινήσεων και της οικείας μοναξιάς
τη νύχτα με πλοκή σαν μια παλιά ταινία
τη μοναχική νύχτα γάτου ορφανού
και χωρίς παλτό

τη νύχτα που μας ανέβαζε στον παράδεισο
με τα χέρια πλεγμένα σταυρό
ενώ σε αγαπούσα
ενώ με αγαπούσες
και η αιωνιότητα άγγιζε τα λιωμένα κορμιά μας
πατίνα ομορφιάς
στέγη πάνω στο πρόσωπο το βιβλίο
ο καθρέφτης οι φωνές
και η μικρή ουλή στο πόδι σου
αόρατη
στους βιαστικούς κι απρόσεκτους εραστές




Αγαπώ τη νύχτα των ιερών ερώτων
όπως ο άρτος και ο οίνος
όπως το δισκοπότηρο κι η όστια

τη νύχτα των ερώτων
που διαρκούν μια ζωή
μια ζωή κάποιων ωρών
μια ζωή ενός λεπτού

ονειροπόλοι τεχνασμάτων
που καταστρέφονται
με το φως της μέρας

όταν όλα επιστρέφουν
στο κανονικό
δηλαδή στο πλαστικό και στο facebook.



Cristina Peri Rossi: είναι ποιήτρια, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφράστρια από την Ουρουγουάη. Γεννήθηκε στο Μοντεβιδέο το 1941. Το 1970, τα γεγονότα της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ουρουγουάη την ανάγκασαν να καταφύγει στην Ισπανία, όπου και ζει μέχρι σήμερα.

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

Drifters ή "καθισμένη στην όχθη μιας θάλασσας από τεκίλα".

[...]Και τότε οι νεαροί ποιητές του Μεξικού άρχιζαν να απαγγέλουν με τις βαθιές αλλά ανεπανόρθωτα νεανικές φωνές τους, και οι στίχοι που απάγγελναν έφευγαν με τον άνεμο στους δρόμους της Πόλης του Μεξικού, κι εγώ έβαζα τα κλάματα κι εκείνοι έλεγαν η Αουξίλιο είναι μεθυσμένη, πόσο γελασμένοι ήταν, χρειάζεται πολύ αλκοόλ για να μεθύσω εγώ, κλαίει έλεγαν γιατί την παράτησε ο τάδε, κι εγώ τους άφηνα να λένε ό,τι ήθελαν. Ή καβγάδιζα μαζί τους. Ή τους έβριζα. Ή σηκωνόμουν από την καρέκλα μου κι έφευγα χωρίς να πληρώσω, γιατί ποτέ ή σχεδόν ποτέ δεν πλήρωνα. Εγώ ήμουν αυτή που έβλεπε το παρελθόν και όσες βλέπουν το παρελθόν δεν πληρώνουν ποτέ. Επίσης έβλεπα το μέλλον, αλλά αυτές πληρώνουν μεγάλο αντίτιμο, μερικές φορές το αντίτιμο έιναι η ζωή ή τα λογικά τους, και κατά τη γνώμη μου εκείνες τις ξεχασμένες νύχτες εγώ τελικά πλήρωνα τα ποτά όλων χωρίς κανένας να το αντιλαμβάνεται, πλήρωνα εγώ γι' αυτούς που θα γίνονταν ποιητές και γι' αυτούς που δεν θα γίνονταν.


[...]Και τότε η σκιά που επεδίωκε το κακό μου σταμάτησε, κοίταξε πίσω και μετά συνέχισε να προχωρά, και πέρασε δίπλα μου ένας τύπος κοινός και καθημερινός Μεξικανού που βγήκε από τα Τάρταρα, και μαζί του πέρασε ένας χλιαρός αέρας ελαφρώς υγρός που θύμιζε ασταθείς γεωμετρίες, που θύμιζε μοναξιές, που θύμιζε σχοιζοφρενείς και σφαγεία, και ούτε καν με κοίταξε ο τέλειος μπάσταρδος πουτάνας γιος.

-Είσαι καλά;, είπε η αδερφή του.
-Νιώθω παράξενη, είπα εγώ.

(Αποσπάσματα από Το φυλαχτό του Roberto Bolaño)