Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

Drifters ή "καθισμένη στην όχθη μιας θάλασσας από τεκίλα".

[...]Και τότε οι νεαροί ποιητές του Μεξικού άρχιζαν να απαγγέλουν με τις βαθιές αλλά ανεπανόρθωτα νεανικές φωνές τους, και οι στίχοι που απάγγελναν έφευγαν με τον άνεμο στους δρόμους της Πόλης του Μεξικού, κι εγώ έβαζα τα κλάματα κι εκείνοι έλεγαν η Αουξίλιο είναι μεθυσμένη, πόσο γελασμένοι ήταν, χρειάζεται πολύ αλκοόλ για να μεθύσω εγώ, κλαίει έλεγαν γιατί την παράτησε ο τάδε, κι εγώ τους άφηνα να λένε ό,τι ήθελαν. Ή καβγάδιζα μαζί τους. Ή τους έβριζα. Ή σηκωνόμουν από την καρέκλα μου κι έφευγα χωρίς να πληρώσω, γιατί ποτέ ή σχεδόν ποτέ δεν πλήρωνα. Εγώ ήμουν αυτή που έβλεπε το παρελθόν και όσες βλέπουν το παρελθόν δεν πληρώνουν ποτέ. Επίσης έβλεπα το μέλλον, αλλά αυτές πληρώνουν μεγάλο αντίτιμο, μερικές φορές το αντίτιμο έιναι η ζωή ή τα λογικά τους, και κατά τη γνώμη μου εκείνες τις ξεχασμένες νύχτες εγώ τελικά πλήρωνα τα ποτά όλων χωρίς κανένας να το αντιλαμβάνεται, πλήρωνα εγώ γι' αυτούς που θα γίνονταν ποιητές και γι' αυτούς που δεν θα γίνονταν.


[...]Και τότε η σκιά που επεδίωκε το κακό μου σταμάτησε, κοίταξε πίσω και μετά συνέχισε να προχωρά, και πέρασε δίπλα μου ένας τύπος κοινός και καθημερινός Μεξικανού που βγήκε από τα Τάρταρα, και μαζί του πέρασε ένας χλιαρός αέρας ελαφρώς υγρός που θύμιζε ασταθείς γεωμετρίες, που θύμιζε μοναξιές, που θύμιζε σχοιζοφρενείς και σφαγεία, και ούτε καν με κοίταξε ο τέλειος μπάσταρδος πουτάνας γιος.

-Είσαι καλά;, είπε η αδερφή του.
-Νιώθω παράξενη, είπα εγώ.

(Αποσπάσματα από Το φυλαχτό του Roberto Bolaño)