Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

Mammon (take 5) ή Όταν εσύ μου θυμίζεις τη Θάλασσα.

-You should have seen her.. pale like a Durer etching, 
she had the look of some creature terrified of the universe 
and i could read my own terror in her eyes.

παράθυρο κύμα
για το υποβρύχιο πνεύμα μου

από
φυγή

αχόρταγο βύθισμα στο μπλε
ώσπου απειρο

πάντοτε
πάθος
η σιωπή

μέσα της
γίνομαι κτήμα του Μαμμωνά

-Every (hu)man on earth would like to be as terrified as you at this moment.

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Μην εμπιστεύεστε τον Borges!

Εγώ υποθέτω πως είναι έτσι. Εμείς (η αδιαίρετη θεότητα που δρα μέσα μας) ονειρευτήκαμε τον κόσμο. Τον έχουμε ονειρευτεί ανθεκτικό, μυστηριώδη, ορατό, πανταχού παρόντα στο χώρο και σταθερό στο χρόνο. Έχουμε επιτρέψει, όμως, στη δομή του ανεπαίσθητες, αιώνιες ρωγμές μη λογικής για να ξέρουμε ότι είναι ψεύτικος.

απόσπασμα από το "Avatares de la tortuga" του Jorge Luis Borges
 απόσπασμα από το "Nueva refutación del tiempo" του Jorge Luis Borges

And yet, and yet... άρνηση της γραμμικότητας του χρόνου, άρνηση του εγώ, άρνηση του σύμπαντος: είναι εμφανής απελπισία και κρυφή παρηγοριά. Το δικό μας πεπρωμένο (σε αντίθεση με την κόλαση του Swedenborg και την κόλαση της θιβετιανής μυθολογίας) δεν είναι τρομακτικό γιατί είναι εξωπραγματικό, είναι τρομακτικό γιατί είναι αμετάκλητο και από σίδερο. O χρόνος είναι η ουσία του να υπάρχεις. Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι που με σέρνει, αλλά εγώ είμαι το ποτάμι. Είναι ένας τίγρης που με σπαράζει, αλλά εγώ είμαι ο τίγρης. Είναι μια φωτιά που με καίει, αλλά εγώ είμαι η φωτιά. Ο κόσμος, δυστυχώς, είναι πραγματικός, εγώ, δυστυχώς, είμαι ο Μπόρχες.

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

H νύχτα και τα τεχνάσματά της.


φωτογραφία: Eugenio Recuenco

Αγαπώ τη νύχτα και τα τεχνάσματά της
απόν το φως της μέρας
φωτεινοί οι φάροι
μονόλογος των φαναριών
που ανοιγοκλείνουν τα τρία μάτια τους
και τρεμοπαίζουν στην απέραντη νύχτα
τη μαύρη όπως η θάλασσα
Αγαπώ τη νύχτα και τα τεχνάσματά της
τη μακιγιαρισμένη νύχτα
τη νύχτα τη μεθυσμένη από αγνώστους
αγκαλιασμένους στα τελευταία δέντρα
σαν σε χήρες
ακυρωμένες οι βεβαιότητες της μέρας
ανεσταλμένη η ρουτίνα της αγρύπνιας

την άγρια νύχτα
των μεθυσμένων που τσακώνονται για τον πάτο ενός μπουκαλιού
τη νύχτα των γυναικών αντρών
και των αντρών γυναικών
που χάνονται
σε μια ονειρώδη αρχέτυπη σύγχυση
σύγχυση ωαρίων και επιθυμιών
σπερματοζωαρίων και απίθανων ονείρων

την άγρια νύχτα και συναισθηματική
των δυνατών συγκινήσεων και της οικείας μοναξιάς
τη νύχτα με πλοκή σαν μια παλιά ταινία
τη μοναχική νύχτα γάτου ορφανού
και χωρίς παλτό

τη νύχτα που μας ανέβαζε στον παράδεισο
με τα χέρια πλεγμένα σταυρό
ενώ σε αγαπούσα
ενώ με αγαπούσες
και η αιωνιότητα άγγιζε τα λιωμένα κορμιά μας
πατίνα ομορφιάς
στέγη πάνω στο πρόσωπο το βιβλίο
ο καθρέφτης οι φωνές
και η μικρή ουλή στο πόδι σου
αόρατη
στους βιαστικούς κι απρόσεκτους εραστές




Αγαπώ τη νύχτα των ιερών ερώτων
όπως ο άρτος και ο οίνος
όπως το δισκοπότηρο κι η όστια

τη νύχτα των ερώτων
που διαρκούν μια ζωή
μια ζωή κάποιων ωρών
μια ζωή ενός λεπτού

ονειροπόλοι τεχνασμάτων
που καταστρέφονται
με το φως της μέρας

όταν όλα επιστρέφουν
στο κανονικό
δηλαδή στο πλαστικό και στο facebook.



Cristina Peri Rossi: είναι ποιήτρια, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφράστρια από την Ουρουγουάη. Γεννήθηκε στο Μοντεβιδέο το 1941. Το 1970, τα γεγονότα της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ουρουγουάη την ανάγκασαν να καταφύγει στην Ισπανία, όπου και ζει μέχρι σήμερα.

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Drifters ή "καθισμένη στην όχθη μιας θάλασσας από τεκίλα".

[...]Και τότε οι νεαροί ποιητές του Μεξικού άρχιζαν να απαγγέλουν με τις βαθιές αλλά ανεπανόρθωτα νεανικές φωνές τους, και οι στίχοι που απάγγελναν έφευγαν με τον άνεμο στους δρόμους της Πόλης του Μεξικού, κι εγώ έβαζα τα κλάματα κι εκείνοι έλεγαν η Αουξίλιο είναι μεθυσμένη, πόσο γελασμένοι ήταν, χρειάζεται πολύ αλκοόλ για να μεθύσω εγώ, κλαίει έλεγαν γιατί την παράτησε ο τάδε, κι εγώ τους άφηνα να λένε ό,τι ήθελαν. Ή καβγάδιζα μαζί τους. Ή τους έβριζα. Ή σηκωνόμουν από την καρέκλα μου κι έφευγα χωρίς να πληρώσω, γιατί ποτέ ή σχεδόν ποτέ δεν πλήρωνα. Εγώ ήμουν αυτή που έβλεπε το παρελθόν και όσες βλέπουν το παρελθόν δεν πληρώνουν ποτέ. Επίσης έβλεπα το μέλλον, αλλά αυτές πληρώνουν μεγάλο αντίτιμο, μερικές φορές το αντίτιμο έιναι η ζωή ή τα λογικά τους, και κατά τη γνώμη μου εκείνες τις ξεχασμένες νύχτες εγώ τελικά πλήρωνα τα ποτά όλων χωρίς κανένας να το αντιλαμβάνεται, πλήρωνα εγώ γι' αυτούς που θα γίνονταν ποιητές και γι' αυτούς που δεν θα γίνονταν.


[...]Και τότε η σκιά που επεδίωκε το κακό μου σταμάτησε, κοίταξε πίσω και μετά συνέχισε να προχωρά, και πέρασε δίπλα μου ένας τύπος κοινός και καθημερινός Μεξικανού που βγήκε από τα Τάρταρα, και μαζί του πέρασε ένας χλιαρός αέρας ελαφρώς υγρός που θύμιζε ασταθείς γεωμετρίες, που θύμιζε μοναξιές, που θύμιζε σχοιζοφρενείς και σφαγεία, και ούτε καν με κοίταξε ο τέλειος μπάσταρδος πουτάνας γιος.

-Είσαι καλά;, είπε η αδερφή του.
-Νιώθω παράξενη, είπα εγώ.

(Αποσπάσματα από Το φυλαχτό του Roberto Bolaño)

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Social capital.


Σημ.  In sociology, social capital is the expected collective or economic benefits derived from the preferential treatment and cooperation between individuals and groups. Although different social sciences emphasize different aspects of social capital,  they tend to share the core idea "that social networks have value". Just as a screwdriver (physical capital) or a university education (cultural capital or human capital) can increase productivity (both individual and collective), so do social contacts affect the productivity of individuals and groups.